Για την πλοήγηση

header image

Ψυχοθεραπεία & Συμβουλευτική

Ψυχοθεραπεία

Συχνά, οι άνθρωποι που αντιμετωπίζουν κάποιας μορφής δυσκολία, ειδικότερα στις περιπτώσεις που αυτό συμβαίνει για μεγάλο χρονικό διάστημα, εμφανίζονται κουρασμένοι, απογοητευμένοι από τις προσπάθειες που έχουν κάνει στο παρελθόν για να βρουν λύση, και φοβισμένοι για το μέλλον. Άλλες φορές πάλι, ζητούν βοήθεια μετά από μία κρίση, που δημιουργεί αναστάτωση στη ζωή τους, επιφέροντας φόβο και απόγνωση.


Προσπαθώντας κάποιος να αντιμετωπίσει το πρόβλημά του και τις συνακόλουθες επιπτώσεις στη ζωή του, συχνά, εστιάζει σε αυτό και επικεντρώνεται σε μία προσπάθεια συμπτωματολογικής αντιμετώπισης, που θα τον ανακουφίσει. Αυτή η «επικέντρωση», αφήνει «έξω από την εικόνα», μία σειρά από λειτουργικές και  αποτελεσματικές πλευρές της προσωπικότητας του, συχνά ικανότητες και επιτεύγματα αγνοούνται ή υποαξιολογούνται, δημιουργώντας έτσι, μία γενικευμένη αίσθηση αδυναμίας και προσωπικής απαξίωσης. Αυτού του τύπου η προσπάθεια, που επικεντρώνεται στην αντιμετώπιση του συμπτώματος, τις περισσότερες φορές, δεν επιτρέπει σε κάποιον, να αντιληφθεί τις αιτίες που προκαλούν τη δυσλειτουργία, αλλά και τις δυνατότητες που έχει για ουσιαστικές αλλαγές και προσωπική εξέλιξη.


Η θεωρητική βάση των παρεμβάσεων του "Σύνθεσις" προέρχεται από τη Συστημική προσέγγιση στην ψυχοθεραπεία και τη συμβουλευτική και την εφαρμογή της στην Οικογενειακή Θεραπεία. Πρόκειται για μία σειρά από θεωρητικές έννοιες και μεθόδους που επιτρέπουν την ερμηνεία της συμπεριφοράς ενός ανθρώπου ως μία σύνθετη Βιολογική-Ψυχολογική και κοινωνική ολότητα, που βρίσκεται σε διαρκή αλληλεπίδραση με το περιβάλλον, καθώς μία σειρά από σχέσεις διαφορετικής εγγύτητας εξελίσσονται (γονικές, φιλικές, ερωτικές, επαγγελματικές, κοινωνικές κ.λπ.), σε όλα τα στάδια της ζωής. Το Σύμπτωμα αποτελεί την έκφραση μίας δυσλειτουργίας στο επίπεδο αυτής της αλληλεπίδρασης. Κατά συνέπεια, ένας άνθρωπος ενθαρρύνεται  να διευρύνει την οπτική του και να εντάξει το πρόβλημα που αντιμετωπίζει σε μία συνολικότερη εικόνα, που να περιλαμβάνει σημαντικά πρόσωπα και σταθερούς τρόπους σχέσης (στο παρόν και στο παρελθόν). Έτσι, η αντιμετώπιση του «ορατού προβλήματος», εξελίσσεται σε επούλωση των «αόρατων αιτιών» που το καθορίζουν.


Καθώς η συστημική σκέψη «αγκαλιάζει», με την ευρύτητά της, μία σειρά από θεωρητικές θέσεις και παρεμβάσεις άλλων ψυχοθεραπευτικών σχολών και θεωρητικών προσεγγίσεων, επιτρέπει μία συνθετική αξιοποίηση της επιστημονικής γνώσης που έχουν καταδείξει οι επιστήμες του ανθρώπου.


Η Θεραπευτική παρέμβαση στον τομέα της Ψυχικής Υγείας περιλαμβάνει ένα φάσμα υπηρεσιών που αφορούν την πρόληψη, τη διάγνωση, τη θεραπεία και τη συντήρηση (στην περίπτωση της χρονιότητας). Οι θεραπείες διακρίνονται σε Βιολογικές και Ψυχολογικές, ενώ η σύγχρονη κλινική πράξη απαιτεί πολύ συχνά το συνδυασμό τους και κατά συνέπεια και τη συνεργασία των επαγγελματιών που τις παρέχουν (ψυχίατροι, κλινικοί ψυχολόγοι και κοινωνικοί λειτουργοί, κατά κύριο λόγο).


Στις Ψυχολογικές θεραπείες, σημαντική θέση έχει η Ψυχοθεραπεία στις διάφορες μορφές της. Ο όρος "ψυχοθεραπεία" περιγράφει τη διαδικασία επικοινωνίας (λεκτική ή εξωλεκτική), που πραγματοποιείται στα πλαίσια μίας θεραπευτικής σχέσης. Η επικοινωνία αυτή βασίζεται σε συγκεκριμένες, επιστημονικά τεκμηριωμένες, ψυχολογικές θεωρίες και αξιοποιεί ένα ευρύ φάσμα μεθόδων και τεχνικών. Οι συναντήσεις ανάμεσα στο θεραπευτή και το θεραπευόμενο είναι δομημένες τόσο σε επίπεδο περιεχομένου, όσο και σε επίπεδο χρόνου και χώρου και αποκαλούνται συνεδρίες.


Έχουν αναπτυχθεί μία σειρά από τύπους ψυχοθεραπείας διεθνώς. Υπολογίζεται ότι περίπου 170 έχουν επίσημα αναγνωριστεί. Είναι λοιπόν χρήσιμο να γνωρίζει κανείς ότι έννοιες όπως: Ψυχανάλυση, Ψυχοδυναμική Θεραπεία, Γνωσιακή-Συμπεριφοριστική, Συστημική, Ανθρωποκεντρική, Gestalt κ.λπ. αναφέρονται σε διάφορους τύπους (μοντέλα) ψυχοθεραπείας. Έννοιες όπως Ατομική Ψυχοθεραπεία, Θεραπεία Ζευγαριού, Ομαδική Ψυχοθεραπεία κ.λπ. αναφέρονται στο θεραπευτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο λαμβάνει χώρα η θεραπευτική διαδικασία.


Στόχος της ψυχοθεραπείας είναι, μέσω της διερεύνησης του εαυτού και της καλύτερης γνώσης του, να οδηγήσει σε σταδιακή αλλαγή εκείνων των στοιχείων της προσωπικότητας που συνδέονται με δυσπροσαρμοστικές εκφράσεις στην συμπεριφορά ενός  ανθρώπου.


Η δυσκολία που μπορεί να αντιμετωπίζει κάποιος στην καθημερινότητά του, ακόμα και όταν εμφανιστεί αιφνίδια, τις περισσότερες φορές, αναπτύσσεται σε ένα έδαφος μακροχρόνιας δυσφορίας και αίσθησης αδιεξόδου και σταδιακά διευρύνεται. Άλλες πάλι φορές,  οδηγεί σε αποτυχημένες και αδιέξοδες επιλογές αντιμετώπισης (χρήση αλκοόλ ή ουσιών κ.λπ.) που τελικά οδηγούν στην επιβάρυνση, αλλά και την επικάλυψη των πραγματικών προβλημάτων.


Μία διαδικασία ψυχοθεραπείας παρέχει  καταρχήν σε κάποιον τη δυνατότητα να διευρύνει το πλαίσιο παρατήρησης και να αποκτήσει μία πληρέστερη εικόνα, της συμπεριφοράς του και των σταθερών τρόπων  που σχετίζεται. Αυτή η  διευρυμένη εικόνα επιτρέπει σε έναν άνθρωπο, να αντιληφθεί τη διαρκή αλληλεπίδρασή του με άλλους ανθρώπους ή ομάδες (οικογένεια, προσωπικές σχέσεις, επαγγελματικό περιβάλλον) και των σύνθετων παραμέτρων που έχουν συμβάλλει στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του. Του επιτρέπει να αντιληφθεί ότι το σύμπτωμά του μπορεί να είναι η ορατή αντίδραση, σε βιολογικό ή ψυχολογικό επίπεδο, σε μία παρατεταμένη συνθήκη δυσφορίας, στέρησης, αδιεξόδου και έλλειψης ευχαρίστησης, ανεπίλυτων εσωτερικών συγκρούσεων, ακάλυπτων αναγκών στο παρόν ή στο παρελθόν, δυσλειτουργικών σχέσεων κ.λπ. και όχι ένα προσωπικό «ελάττωμα» ή «ανικανότητα». Έτσι, τα «ακατανόητα» και «απειλητικά» συμπτώματα, σταδιακά, αποκτούν εξήγηση, νόημα και μία ρεαλιστική υπόσταση και συνδέονται με την ιστορία ζωής και τα βιώματα του παρελθόντος.


Η συνειδητοποίηση αυτή επιτρέπει σε έναν άνθρωπο, να απενοχοποιηθεί, να επανακτήσει μία αίσθηση έλεγχου για τη ζωή του και μία περισσότερη ρεαλιστική εικόνα, όχι μόνο των «τραυματισμένων» πλευρών του, αλλά και εκείνων που παραμένουν «ισχυρές» και «αποτελεσματικές». Στρέφοντας το φακό από την «καταστολή» του συμπτώματος, στις πραγματικές του ανάγκες, αποκαλύπτεται  ένα πεδίο δράσης, στο οποίο μπορεί να στραφεί για να αναζητήσει λύσεις. Σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να συνειδητοποιήσει διαστρεβλώσεις, σταθερά και άκαμπτα σχήματα συμπεριφοράς και διαπροσωπικής επαφής, παγιωμένους ρόλους, που για χρόνια υποσκάπτουν σιωπηλά και αόρατα την ικανότητα του να εξελίσσεται, να απολαμβάνει τα επιτεύγματά του και να τροφοδοτείται από τη διαπροσωπική επαφή με τους άλλους. 


Πρωταρχικό μέλημα, στο ξεκίνημα μίας ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας, είναι η δημιουργία ενός ασφαλούς θεραπευτικού πλαισίου και η εγκατάσταση μίας θετικής θεραπευτικής σχέσης με ξεκάθαρα όρια. Η επαφή αυτή, προσφέρει  στο θεραπευόμενο την ευκαιρία, να επεξεργαστεί τις διάφορες πλευρές του εαυτού του, να λάβει νέα πληροφορία και ερμηνείες για τα βιώματα του (σκέψεις, συναισθήματα, συμπεριφορές) και να συνθέσει σταδιακά μία διαφορετική εσωτερική πραγματικότητα.


Πέρα από αυτό, η ίδια η θεραπευτική σχέση αποτελεί μία πολύ σημαντική παράμετρο σε όλη αυτή τη διαδικασία, που συνήθως είναι μακροχρόνια. Σε αυτή τη διαπροσωπική σχέση αναπτύσσονται συγκεκριμένες συναισθηματικές διεργασίες, που σχετίζονται με την ανάπτυξη εμπιστοσύνης από το θεραπευόμενο προς το θεραπευτή, την αμφισβήτησή του, τη διαχείριση θετικών και αρνητικών συναισθημάτων. Η ουσιαστική και σε βάθος επεξεργασία αυτών των συστατικών της θεραπευτικής σχέσης, αλλά και η σύνδεσή τους με τους σταθερούς τρόπους συμπεριφοράς του θεραπευόμενου στη ζωή του, μπορεί να αποτελέσει μία πολύτιμη εμπειρία ανατροφοδότησης, καθιστώντας έτσι τη θεραπευτική σχέση ένα ασφαλές εργαστήριο, που επιτρέπει σε κάποιον να πειραματιστεί και να μάθει.


Όπως είναι προφανές, τόσο οι επαγγελματικές δεξιότητες, όσο και η ίδια η προσωπικότητα του θεραπευτή αποτελούν σημαντικά κριτήρια για τη θετική έκβαση μίας θεραπευτικής προσπάθειας. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι η άσκηση της ψυχοθεραπείας απαιτεί ειδική μακροχρόνια εκπαίδευση, που δεν εντάσσεται στα πλαίσια της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης (βασικής και μεταπτυχιακής) των Ψυχίατρων ή των Ψυχολόγων, ενώ σε ορισμένους τύπους ψυχοθεραπείας (όπως αυτός που εφαρμόζουμε) αποτελεί προϋπόθεση και η προσωπική θεραπεία του ίδιου του θεραπευτή.

Η ομαδική Ψυχοθεραπεία

Η ομαδική Ψυχοθεραπεία (group therapy) είναι μία μορφή θεραπευτικής παρέμβασης που πραγματοποιείται στα πλαίσια μίας ομάδα  (8 έως 10 άτομα τις περισσότερες φορές). Αποτελεί μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες σύγχρονες θεραπείες. Ξεκίνησε η εφαρμογή της το 1905 σε μία προσπάθεια ψυχολογικής υποστήριξης φυματικών ασθενών στη Νέα Υόρκη.

Ουσιαστικά οι βασικές αρχές της ψυχοθεραπείας παραμένουν οι ίδιες, αλλάζει όμως το πλαίσιο μέσα στο οποίο πραγματοποιείται. Φυσικά, η διεργασία αυτού του τύπου, αποτελεί μια ιδιαίτερα σύνθετη διαπροσωπική διαντίδραση, ανάμεσα στα μέλη της ομάδας, τόσο μεταξύ τους, όσο και με τον θεραπευτή (ή θεραπευτές). Συμπεριλαμβάνει μία σειρά διαφορετικών θεραπευτικών προσεγγίσεων, στόχων και τεχνικών, ενώ υπάρχουν και επιμέρους χαρακτηριστικά που μπορούν να διαφοροποιούν τους διάφορους τύπους θεραπευτικών ομάδων (π.χ. η ομοιογένεια των μελών, η χρονική διάρκεια, η δυνατότητα ένταξης νέων μελών, ο βαθμός παρεμβατικότητας του θεραπευτή κ.λπ.).

Τις περισσότερες φορές, πριν την ένταξη ενός θεραπευόμενου σε ομάδα, προηγείται ένα διάστημα ατομικών συναντήσεων. Ουσιαστικά, η ομάδα επιλέγεται ως τρόπος θεραπείας, στις περιπτώσεις που ο ψυχοθεραπευτής εκτιμά ότι θα προσφέρει πιο αποτελεσματική βοήθεια και φυσικά ο θεραπευόμενος επιθυμεί να επιχειρήσει την ένταξή του.

Στην οικογενειακή θεραπεία, η ομάδα προσφέρει ένα ασφαλές περιβάλλον, για να μάθουν τα μέλη της πολύτιμες δεξιότητες σχέσεων. Η ομάδα αναπαριστά μια μικρογραφία του κοινωνικού κόσμου του καθενός. Αυτό τους επιτρέπει, να αναβιώσουν και να επεξεργαστούν μέσα στην ομάδα ζητήματα που αφορούν τη σχέση με σημαντικά πρόσωπα της ζωής τους.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ίδιων των συμμετεχόντων (Μαδιανός, 2006) έχουν περιγραφεί 10 θεραπευτικοί παράγοντες που επιδρούν κατά τη διάρκεια της Ομαδικής Ψυχοθεραπείας σε έναν άνθρωπο:

  • Η ανακάλυψη και η αποδοχή άγνωστων ή μη αποδεκτών πλευρών του εαυτού
  • Η δυνατότητα να λέει τι τον απασχολεί αντί να το κρατά μέσα του
  • Τα άλλα μέλη του λένε έντιμα τι σκέπτονται γι' αυτόν
  • Μαθαίνει πώς να εκφράσει τα συναισθήματά του
  • Η ομάδα του μαθαίνει τι εντύπωση δίνει στους άλλους
  • Αποκτά τη δυνατότητα της έκφρασης αρνητικών ή θετικών συναισθημάτων προς τα άλλα μέλη ή το θεραπευτή
  • Μαθαίνει ότι πρέπει να έχει την τελική ευθύνη για τον τρόπο που ζει, άσχετα από την υποστήριξη και την καθοδήγηση που παίρνει από τους άλλους
  • Μαθαίνει να επικοινωνεί καλύτερα με τους άλλους
  • Βλέποντας ότι οι άλλοι ωφελούνται, όταν αποκαλύπτουν πράγματα που προκαλούν ντροπή και ρισκάρουν να το λένε, βοηθιέται να κάνει το ίδιο και αυτός
  • Μαθαίνει να εμπιστεύεται τις ομάδες και τους άλλους ανθρώπους
Η Συμβουλευτική

Συμβουλευτική υποστήριξη και ψυχοθεραπεία δεν αποτελούν ταυτόσημες έννοιες, παρά το γεγονός ότι ως διαδικασίες έχουν ομοιότητες και σίγουρα ένα κοινό πεδίο εφαρμογής, στο βαθμό που η ψυχολογική υποστήριξη προς έναν άνθρωπο αποτελεί ένα συνεχές, που περιλαμβάνει διαφορετικής έντασης και εμβάθυνσης παρεμβάσεις. Η βασική τους διάκριση συνίσταται στο ότι η Συμβουλευτική επικεντρώνεται σε ομαλά και συνήθη αναπτυξιακά ζητήματα, δίδοντας έμφαση στον τρόπο χειρισμού και στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων συνθηκών. Η συμβουλευτική παρέμβαση ενδείκνυται στις περιπτώσεις εκείνες, όπου ένας άνθρωπος έχοντας μία ικανοποιητική λειτουργικότητα και εσωτερική οργάνωση χωρίς σημαντικές δυσκολίες, χρειάζεται βοήθεια ώστε να αναγνωρίσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μίας εξωτερικής συνθήκης και να αξιοποιήσει ή να προσαρμόσει με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο τις δυνατότητες του, αλλά και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του.


Τις περισσότερες φορές η Συμβουλευτική είναι εστιασμένη σε μία συγκεκριμένη λειτουργία ή ανάγκη και έχει πολύ μικρότερη διάρκεια από αυτή της ψυχοθεραπείας. Στις συνηθέστερες μορφές της απαντάει σε αιτήματα που σχετίζονται με κοινωνικές, οικογενειακές, επαγγελματικές, εκπαιδευτικές και αναπτυξιακές δυσκολίες. Για παράδειγμα τη γονική συμπεριφορά (διαπαιδαγώγηση, οριοθέτηση, επικοινωνία), τη σχέση του ζευγαριού, την επιλογή επαγγέλματος, την αντιμετώπιση στρεσογόνων συνθηκών (πανελλαδικές εξετάσεις, σοβαρές ασθένειες, οικονομικές δυσκολίες, διαζύγιο, πένθος κ.λπ.), επαγγελματικές δυσκολίες (κατανομή αρμοδιοτήτων, επαγγελματικές σχέσεις, οικονομική κρίση κ.λπ.).


Είναι προφανές, ότι μία συμβουλευτική διαδικασία είναι πολύ πιθανό να «αποκαλύψει» σταδιακά ότι η δυσκολία έχει βαθύτερα και περισσότερο προσωπικά αίτια. Για παράδειγμα, ένα παρατεταμένο πένθος, μία συγκρουσιακή οικογενειακή σχέση, η δυσκολία επιλογής μίας επαγγελματικής πορείας, μπορεί να αποτελέσει την έκφραση μίας βαθύτερης προσωπικής δυσκολίας.


Είναι σημαντικό να γνωρίζετε, ότι όλες οι πληροφορίες που αναφέρονται στα πλαίσια κάθε ψυχολογικής θεραπείας προστατεύονται από το θεραπευτικό απόρρητο, ενώ η σχέση θεραπευόμενου και θεραπευτή καθορίζεται από τον Κώδικα Δεοντολογίας του Επαγγέλματος του Ψυχολόγου.